Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

«Ο πόλεμος των σκουπιδιών» (συμβολή στην διαβούλευση του ΠΕΣΔΑ ) του Βασίλη Σιαφάκα




Η διαβούλευση για το νέο Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕ.Σ.Δ.Α.) συμπίπτει με μία ιδιόμορφη κοινωνικοοικονομική συγκυρία και πραγματικότητα. Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ριζική ανατροπή του υφιστάμενου αντιπεριβαλλοντικού και αναχρονιστικού μοντέλου διαχείρισης απορριμμάτων την ίδια ώρα που αντιμετωπίζουμε την εν Ελλάδι εκδοχή της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.
Η απάντηση είναι άμεση: η καπιταλιστική κρίση παρουσιάζει διάφορες εκφάνσεις, ξεκινά από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, λαμβάνει την μορφή της υποβάθμισης της δημόσιας «σφαίρας», των δημόσιων αγαθών και των περιβαλλοντικών διαθεσίμων, φαλκιδεύει την αντιπροσωπευτικότητα δράσεων και αποφάσεων και καταδικάζει ευρύτατα κοινωνικά στρώματα στην ανεργία και την ανέχεια. Ως αποτέλεσμα, οι κοινωνικοταξικές ανισότητες διευρύνονται προς όφελος οικονομικών και επιχειρηματικών ελίτ που εποφθαλμιούν δημόσιες υποδομές και νέα προγραμματιζόμενα έργα καθώς και κοινόχρηστα αγαθά.
            Στο πλαίσιο αυτό, η τομή που προσπαθεί να δημιουργήσει το νέο ΠΕ.Σ.Δ.Α. στον τομέα της περιβαλλοντικής διαχείρισης των απορριμμάτων είναι πραγματικά επαναστατική. Χρόνια και χρόνια, το μοντέλο του αδιέξοδου «συγκεντρωτισμού» των διαφόρων ΧΥΤΑ αλλά και των εγκληματικών ΧΑΔΑ (διεσπαρμένων σε όλη την επικράτεια), αποτελούσε το σήμα κατατεθέν ενός «δήθεν» φιλοευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος που αδιαφορούσε για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στους κατοίκους, στα εδάφη, στον υδροφόρο ορίζοντα, στον αέρα παραβαίνοντας την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Ακόμα και σήμερα το ελληνικό κράτος πληρώνει πρόστιμα για την συνέχιση λειτουργίας και μη αποκατάστασης των ΧΑΔΑ. Η χαρακτηριστική κρατική αδράνεια συνδυάζεται με την εξυπηρέτηση των κάθε λογής επιχειρηματικών και κατασκευαστικών συμφερόντων που λυμαίνονταν τις θηριώδεις εγκαταστάσεις διαχείρισης των σύμμεικτων απορριμμάτων. Η συγκεκριμένη λογική συγκεντρωτικής διαχείρισης (και ταφής) των απορριμμάτων οδήγησε στην εκτός ελέγχου σημειακή περιβαλλοντική υποβάθμιση των περιοχών που είχαν την ατυχία να επιλεγούν ως αποδέκτες απορριμμάτων ευρύτερων περιοχών. Οι μεταφορές σύμμεικτων απορριμμάτων σε μεγάλες αποστάσεις στους Χ.Υ.Τ.Α. προκαλούν οχλήσεις στο περιβάλλον (θόρυβος, οσμές, έκλυση ρύπων), υποβαθμίζουν τις περιοχές διέλευσης με τις διαμπερείς κινήσεις τους επιβαρύνοντας τον αστικό και περιαστικό χώρο και αποτελώντας ένα αντιοικονομικό μοντέλο, απαγορευτικό για την σημερινή συγκυρία. Η μονομέρεια της λύσης των Χ.Υ.Τ.Α. δεν συνέβαλλε στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης, στην αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων και σε λύσεις διαχείρισης από την πηγή (νοικοκυριό, αστικές χρήσεις, οικοδομικό τετράγωνο, γειτονιά). Η λογική αυτή ανατρέπεται μέσα από το πεντάπτυχο: ελαχιστοποίηση απορριμμάτων, επαναχρησιμοποίηση/ανάκτηση/διαλογή στην πηγή, ανακύκλωση, ανάκτηση ενέργειας (υπό προϋποθέσεις), ασφαλής εναπόθεση του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
            Ορθά ανεστάλλησαν τα έργα διαχείρισης σύμμεικτων απορριμμάτων μέσω Σ.Δ.Ι.Τ. που δεν είχαν συμβασιοποιηθεί μέχρι την έγκριση του νέου Ε.Σ.Δ.Α καθώς με την μορφή που είχαν έρχονται σε αντίθεση με την προτεινόμενη αποκεντρωτική, ήπια λογική χαμηλού κόστους. Ορθά επίσης, ουσιαστικά απορρίπτεται η καύση των απορριμμάτων εξαιτίας του απαγορευτικού κόστους σε σχέση με άλλες διαχειριστικές επιλογές καθώς απαιτείται η κατασκευή ειδικών, βιομηχανικών εγκαταστάσεων που δεσμεύουν περιβαλλοντικά και νομικά τις τοπικές κοινωνίες για πολλά χρόνια καθιστώντας αδύνατη την έννοια της αποκατάστασης του χώρου ανάπτυξης των εγκαταστάσεων. Οι αέριοι (τοξικοί) ρύποι από την καύση επιβαρύνουν σημαντικά την ατμόσφαιρα, τα παραγόμενα υγρά απόβλητα απαιτούν κατάλληλη επεξεργασία ενώ τα παραπροϊόντα της καύσης πρέπει να εναποτεθούν σε Χ.Υ.Τ.Α. διαμορφώνοντας έναν νέο φαύλο κύκλο. Ουσιαστικά δηλαδή η λειτουργία τέτοιων «εργοστασίων» καύσης παράγει νέες οχλήσεις, απαιτεί κοστοβόρα επεξεργασία των παραπροϊόντων και εν γένει αντίκειται στην κλίμακα και την αισθητική των ευρύτερων περιοχών. Η μείωση του όγκου των απορριμμάτων που είναι ένα πιθανό επιχείρημα επιλογής της καύσης μπορεί να επιτευχθεί με τις προαναφερόμενες ήπιες, διαχειριστικές επιλογές που διαμορφώνουν στους πολίτες νοοτροπία αειφορικής διαχείρισης. Μην ξεχνάμε και την χαμηλή θερμογόνο δύναμη (λόγω υγρασίας) των «ελληνικών» απορριμμάτων, μεγάλο μέρος των οποίων είναι οργανικής προέλευσης.
            Φυσικά, η ανάκτηση ενέργειας με διεργασίες ήπιας περιβαλλοντικής όχλησης (π.χ. αξιοποίηση βιοαερίου από Χ.Υ.Τ.Α./Χ.Υ.Τ.Υ.) ορθά δεν αποκλείονται στο νέο σχεδιασμό αλλά με ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης στο πλαίσιο διερεύνησης των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. 
            Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την κρίσιμη (σχεδόν «πολεμική») κατάσταση που επικρατεί σε πλήθος επαρχιακών πόλεων και νησιών (Πύργος, Τρίπολη, Άνδρος κλπ.) που με ευθύνη του παλαιού σχεδιασμού και των αδρανών δημοτικών αρχών, δεν μπορούν να διαχειριστούν τους όγκους των παραγόμενων απορριμμάτων τους. Σε περιοχές με φλέγοντα ζητήματα, ο περιφερειακός σχεδιασμός πρέπει άμεσα να εξειδικευτεί στη βάση της νέας διαχειριστικής λογικής αλλά με άμεσες διαδικασίες που θα υπερβούν γραφειοκρατικά εμπόδια.  
            Τα νέα ΠΕ.Σ.Δ.Α. (με ενσωμάτωση τοπικών σχεδίων), σύμφωνα με το Ε.Σ.Δ.Α., σε εφαρμογή της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ παρουσιάζουν την καινοτομία της τοπικής, αποκεντρωμένης δομής που επαναφέρει τις τοπικές κοινωνίες και τους δήμους στο επίκεντρο της διαχείρισης των απορριμμάτων τους. Οι ήπιες τοπικές διαχειριστικές επιλογές (ελαχιστοποίηση, διαλογή στην πηγή, ανάκτηση, ανακύκλωση) θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη της «κυκλικής» οικονομίας με την ελαχιστοποίηση των απορριμμάτων και την μετατροπή τους σε πόρους προς όφελος του περιβάλλοντος. Το κέρδος από την μείωση του κόστους διαχείρισης πρέπει να διατεθεί στην περιβαλλοντική αναβάθμιση των περιοχών και την επένδυση σε νέες υποδομές (οχήματα, κάδοι διαφόρων «ρευμάτων» υλικών, πράσινα σημεία κλπ.) ώστε το όφελος να πολλαπλασιάζεται. Στο ΠΕ.Σ.Δ.Α πρέπει να ονοματιστούν και να συμπληρωθούν δράσεις τροφοδοτούμενες και χρηματοδοτούμενες από το προκύπτον όφελος ώστε να δοθεί κίνητρο στους πολίτες αλλά και να καταδειχθεί η αποτελεσματικότητα της νέας διαχειριστικής λογικής. 
            Καθίσταται αναγκαία η ολοκλήρωση των τοπικών διαχειριστικών σχεδίων ώστε να εναρμονιστούν με το Ε.Σ.Δ.Α. και τα ΠΕ.Σ.Δ.Α. σε σύντομο χρόνο ώστε να χρηματοδοτηθούν μέχρι το τέλος του 2015. Στο ασφυκτικό αυτό πλαίσιο, οι δήμοι καλούνται να ξεπεράσουν αγκυλώσεις και δογματισμούς του παρελθόντος και να «αγκαλιάσουν» την νέα διαχειριστική λογική. Αν δεν πειστούν οι δήμοι να συμπράξουν στην προσπάθεια αυτή με ευρεία διαβούλευση, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και κοστολογημένες δράσεις με αντίστοιχες ωφέλειες, ο νέος σχεδιασμός δυστυχώς θα αποτελέσει μία ουτοπία. Το ουσιαστικό είναι να γίνει αποδεκτός ο νέος σχεδιασμός από τις τοπικές κοινωνίες και τις τοπικές αυτοδιοικήσεις γεγονός που θα σημάνει μία περιβαλλοντική ανατροπή «από τα κάτω» και μία ενεργοποίηση εναλλακτικών μορφών τοπικής/κοινωνικής οικονομίας απέναντι στα συμφέροντα των μεγαλοεργολάβων των σκουπιδιών. Ορισμένες παρατηρήσεις και προτάσεις για το νέο ΠΕ.Σ.Δ.Α. σε ζητήματα που χρήζουν συμπληρώσεων και εξειδικεύσεων:

ü  Και για τα τρία επίπεδα διαχείρισης πρέπει να καταγραφεί έστω μία προχωροθέτηση των απαραίτητων εγκαταστάσεων λαμβάνοντας υπόψη το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας και με δεδομένη δυστυχώς την ανυπαρξία Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου για την διαχείριση των απορριμμάτων

ü  Πρέπει από την πλευρά όλων των δήμων να υποδειχθούν και να χαρτογραφηθούν συγκεκριμένες, πιθανές θέσεις για τις νέες αποκεντρωμένες υποδομές (ανενεργά λατομεία, δανειοθάλαμοι, δημοτικά οικόπεδα, εγκαταλελειμμένοι χώροι προς ανάκτηση και επαναξιοποίηση π.χ. στρατόπεδα, ΒΙ.ΠΑ.-ΒΙΟ.ΠΑ., ζώνες χονδρεμπορίου κλπ.) ώστε να περιληφθούν στην τελική μορφή του σχεδιασμού με αντίστοιχη δέσμευση των δήμων. Η επιλογή των δήμων πρέπει να προκύψει βάσει των τοπικών συνθηκών μέσα από διαδικασίες κοινωνικής συμμετοχής των πολιτών (συζητήσεις, τοπικά δημοψηφίσματα, πλατφόρμες διαβούλευσης κλπ.)

ü   Η λογική των δύο διαχειριστικών ενοτήτων στην Αττική είναι λανθασμένη. Η αποκεντρωτική δομή απαιτεί επαρκείς διαχειριστικές ενότητες με αλληλένδετες συμπράξεις (π.χ. με ταύτιση με τους αυτοδιοικητικούς τομείς της Αττικής: Βόρειος, Νότιος, Κεντρικός, Δυτικός Τομέας Αθηνών, Πειραιώς, Δυτικής Αττικής, Ανατολικής Αττικής) για λόγους διοικητικής συνοχής και οικονομικής επάρκειας

ü  Θεσμοθέτηση της ενεργού συμμετοχής των δήμων στη διαδικασία ανακύκλωσης και στην διάφανη συνεργασία με αμοιβαίο όφελος με πιστοποιημένες εταιρείες ανακύκλωσης

ü  Προοώθηση των πιστοποιημένων ανακυκλωμένων προϊόντων στο επίπεδο των δήμων ώστε να αρθεί μία σχετική επιφυλακτικότητα των πολιτών απέναντι στην ποιότητα των επανακτημένων ή ανακυκλωμένων υλικών

ü  Περιβαλλοντική πιστοποίηση των δήμων στο πλαίσιο και διευρωπαϊκών δικτύων πράσινων πόλεων

ü  Σύνδεση της κομποστοποίησης με την βιωσιμότητα και λειτουργικότητα πάρκων, αλσυλλίων και περιαστικών χώρων πρασίνου (παραγωγή κομποστ για λίπασμα) και καθορισμός ποσοστού κομποστοποίησης ανά περιαστικό κυρίως δήμο. Χαρακτηριστικά, στην Ελλάδα, το 2011 τα οργανικά απορρίμματα αντιστοιχούσαν στο 15% της συνολικής παραγωγής απορριμμάτων, αλλά οι ποσότητες οργανικού κλάσματος που ανακτήθηκαν την ίδια χρονιά μέσω χωριστής συλλογής (κομποστοποίηση και ενεργειακή ανάκτηση) αντιστοιχούσαν μόλις στο 3% επί των συνολικά παραγόμενων αστικών απορριμμάτων.

ü  Το θέμα της διαχείρισης «αναλωθέντων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων θα πρέπει να ενταχθεί στο Ε.Σ.Δ.Α. και στα ΠΕ.Σ.Δ.Α. Αντί αυτού, υπεγράφη Προεδρικό Διάταγμα «Περί θεσπίσεως εθνικού νομοθετικού, ρυθμιστικού και οργανωτικού πλαισίου για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωθέντων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων» προς εφαρμογή της Κοινοτικής Οδηγίας EURATOM 2011/70. Το θέμα αυτό είναι κρίσιμο εξαιτίας της φύσης των αποβλήτων αυτών αλλά και της δυνατότητας για «αντισταθμιστικά οφέλη» προς τους δήμους που θα τα δεχθούν, γεγονός που γεννά ερωτηματικά και ανησυχίες

ü  Ανάγκη για καθορισμό συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων υλοποίησης των υποδομών, ελέγχου της πορείας τους και προσδιορισμός του κόστους και των άμεσων πηγών χρηματοδότησης ώστε ο νέος σχεδιασμός να μην αποτελεί ευχολόγιο ή απλή άσκηση επί χάρτου

ü  Θεσμοθέτηση (ως Πράσινο Ταμείο) της διασύνδεσης της εξοικονόμησης πόρων από τον νέο σχεδιασμό με δράσεις σε επίπεδο δήμων (αναπλάσεις, διαμόρφωση χώρων πρασίνου, ενίσχυση αειφορικών πολιτικών βιώσιμης κινητικότητας κλπ.)

ü  Θεσμοθέτηση δημοτικών Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων που θα συμμετέχουν π.χ. στην συγκέντρωση των ανακυκλώσιμων υλικών με αντίστοιχη δημιουργία θέσεων εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η επανάκτηση και η επαναχρησιμοποίηση θα μπορούσε να εξυπηρετεί συλλέκτες, καλλιτέχνες ή επαγγελματίες στον τομέα της μεταποίησης αντικειμένων συμβάλλοντας στην τοπική, κοινωνική/αυτόνομη οικονομία (παζάρια ανταλλακτικής οικονομίας και μεταχειρισμένων (ή vintage) προϊόντων)

ü  Προώθηση κινήτρων μείωσης παραγωγής απορριμμάτων μέσα από μία έννοια τιμολόγησης. Θα μπορούσε να προταθεί ως κίνητρο ελαχιστοποίησης η σύνδεση της ποσότητας των παραγόμενων απορριμμάτων σε επίπεδο νοικοκυριού, οικοδομικού τετραγώνου ή γειτονιάς με τα δημοτικά τέλη, μέρος των οποίων θα διατίθεται σε δράσεις περιβαλλοντικής αναβάθμισης (αγορά κάδων, αναβάθμιση στόλου απορριματοφόρων, ενημερωτική εκστρατεία)

ü  Η κλασσική περιβαλλοντική αρχή: «ο ρυπαίνων πληρώνει» πρέπει να εμπλουτιστεί με την αρχή: «ο μη συμμορφούμενος με το νέο σχεδιασμό (δήμος) πληρώνει»

ü  Επισημοποίηση της συνεργασίας των δήμων με πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας

ü  Παροχή κινήτρων σε δήμους για την συνεργασία και συνδιαχείριση των απορριμμάτων τους με ανταλλαγή τεχνογνωσίας και συμβουλευτικών υπηρεσιών

       Συνολικά, πέρα από τις όποιες αδυναμίες, το νέο ΠΕ.Σ.Δ.Α., αν και κάπως περιγραφικό, αποτελεί έναν πολύτιμο οδηγό που δομείται πάνω σε τρεις βασικούς άξονες: περιβάλλον, κοινωνία, οικονομία, που δυστυχώς δεν παρουσίαζαν καμμία συνέργεια μεταξύ τους στα παλαιότερα διαχειριστικά σχέδια. Έφτασε, έστω αργά, η ώρα της αειφορικής περιβαλλοντικής διαχείρισης των απορριμμάτων η οποία θα πρέπει να στηριχθεί από τους πολίτες και τις τοπικές κοινωνίες με ριζική αλλαγή νοοτροπιών και πρακτικών.


Υ.Γ.1  Είτε με μνημόνιο, είτε με αντιμνημόνιο (!), η ανάγκη ριζικής ανατροπής του μοντέλου της διαχείρισης των απορριμμάτων προς όφελος της τοπικής, κοινωνικής οικονομίας και της ποιότητας του περιβάλλοντος είναι αδήριτη.

Υ.Γ.2   «Ο πόλεμος των σκουπιδιών» στη Βηρυτό αναδεικνύει την δίψα των λαών για ποιότητα περιβάλλοντος και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης απέναντι σε αδρανείς ή διεφθαρμένες κρατικές αρχές στο πλαίσιο ευρύτερων κοινωνικών διεκδικήσεων. 


Βασίλης  Σιαφάκας








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου